:: ::

 
 
 

                

                            Η Αρχαία Ελληνική Ζωγραφική

 

(αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.ellinikilatreia.gr)

Η αρχαία Ελληνική ζωγραφική είναι τέχνη αντίστοιχης σημασίας με την αρχιτεκτονική και την γλυπτική στον Ελληνικό Κόσμο. Χάθηκε όμως κατά το μεγαλύτερο μέρος της, και ιδιαίτερα η ζωγραφική της κλασσικής περιόδου είναι χαμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου. Ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με την αρχιτεκτονική και την γλυπτική, καθώς βάφονταν τόσο τα γλυπτά όσο και τα αρχιτεκτονικά μέλη με τρόπο που μας είναι καλά γνωστός, μια και είναι χιλιάδες τα ίχνη χρωμάτων από αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά που σώζονται σήμερα, και μας επιτρέπουν να έχουμε μια πλήρη εικόνα της Ελληνικής ζωγραφικής.

Μάλιστα, η χρήση χρώματος στις τρισδιάστατες αυτές επιφάνειες οδήγησε την ζωγραφική στην απεικόνιση, την απόδοση του διαστήματος (του χώρου) και των φωτοσκιάσεων. Η ζωγραφική, επίσης, συνδεόταν με τις τέχνες του ψηφιδωτού και της αγγειογραφίας, από τις οποίες έχουμε επίσης απειράριθμα δείγματα, μια και κυρίως τα ψηφιδωτά σε πάρα πολλές περιπτώσεις μιμούνται πρωτότυπα ζωγραφικά έργα και σε κάθε περίπτωση μιμούνται τεχνοτροπικά τα ζωγραφικά έργα της αντίστοιχης περιόδου. Τέλος συνδέεται με την τέχνη της σκηνογραφίας.

Οι πηγές μας είναι περισσότερες από την ύπαρξη των πρωτότυπων έργων, γιατί προστίθενται παράγοντες όπως η ζωγραφική των ρωμαϊκών χρόνων, η επιρροή που άσκησε η Ελληνική ζωγραφική στην ζωγραφική των Ετρούσκων, καθώς και οι περιγραφές αρχαίων συγγραφέων όπως του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, του Παυσανία, του Πλουτάρχου, του Λουκιανού, του Αθήναιου, του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, κ.α.

Η Μινωική ζωγραφική, ήταν η πρώτη σημαντική περίοδος της ζωγραφικής στην Ελλάδα. Συνδέεται με την αρχιτεκτονική των ανακτόρων και χαρακτηρίζεται από τα χαρούμενα χρώματα, την φυσιοκρατία και την λεπτότητα στην απόδοση των μορφών.

Η Μυκηναϊκή ζωγραφική σχετίζεται με την Μινωική και την μιμείται ως ένα βαθμό. Τα κυριότερα δείγματά της είναι επίσης τοιχογραφίες ανακτόρων. Στην αγγειογραφία μιμείται και Κυκλαδικά πρότυπα.

Η Κυκλαδική ζωγραφική, που χρονικά άνθισε παράλληλα με την Μινωική, παρά το γεγονός ότι έχουμε και σ’ αυτήν έντονη την παρουσία των φυσιοκρατικών προτύπων, είναι περισσότερο ανθρωποκεντρική από ότι η Μινωική, κάτι το οποίο την συνδέει με την μετέπειτα κλασσική τέχνη. Η χρήση χρώματος στα αγγεία άρχισε στις Κυκλάδες από ενωρίς, ενώ η πολυχρωμία εισήχθη την μεσοκυκλαδική περίοδο. Την ίδια εποχή έχουμε την ανακάλυψη του ασβεστοκονιάματος και την ανάπτυξη της μνημειώδους ζωγραφικής.

Η Αρχαϊκή ζωγραφική, όπως και οι προηγούμενες περίοδοι που περιγράψαμε, παραμένει ζωγραφική δύο διαστάσεων. Χρησιμοποιούνται, άλλοτε (ιδίως στην επιχρωμάτιση των αρχιτεκτονικών μελών των Ναών) τα Πολυγνώτεια χρώματα (για τα οποία θα μιλήσουμε εκτενέστερα όταν θα αναφερθούμε στην κλασσική εποχή), και άλλοτε χρώματα όπως το κόκκινο, το μαύρο, το μπλε, το πράσινο, το λευκό, το κίτρινο, χωρίς ανάμειξη των χρωμάτων και φωτοσκιάσεις. Προέχει η καθαρότητα και σαφήνεια των μορφών και ο εσωτερικός ρυθμός της σύνθεσης.

Σημαντικοί ζωγράφοι την Αρχαϊκή εποχή ήταν: Ο Τηλεφάνης από την Σικυώνα, οι Κορίνθιοι Κλεάνθης, Αρίδικος, και Έκφαντος, ο Φιλοκλής πιθανώς από τη Ναύκρατη, ο Κίμων από τις Κλεωνές.

Από τα έργα των αρχαϊκών χρόνων που έχουμε, μπορούμε να αναφέρουμε:

-Πολυάριθμα ίχνη χρωμάτων σε αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά.

-Τέσσερις πινακίδες που βρέθηκαν σε σπήλαιο της Σικυώνας. Τα χρώματα που χρησιμοποιούνται είναι το κόκκινο, το καφέ, το μπλέ, το μαύρο και το άσπρο.

-Λείψανα τοιχογραφίας από το ναό του Απόλλωνα στο Θέρμο της Αιτωλίας (πήλινες μετόπες, κλπ).

-Πέντε τοιχογραφίες από την Ποσειδωνία (στην Ιταλία, σημερινό Παίστουμ).

Η ζωγραφική την κλασσική περίοδο, όπως και στην Αρχαϊκή, είναι ένα δημόσιο αγαθό, συνδέεται άμεσα με την λατρεία και εκφράζει συνολικά τα ιδεώδη της πόλης. Έχει μνημειώδη χαρακτήρα και αποτελεί την οπτική απόδοση, έκφραση της Ελληνικής κοσμοαντίληψης. Η κλασσική ζωγραφική εισάγει την φωτοσκίαση και προχωράει σε λεπτομερέστερη περιγραφή των μορφών, και στην διάρθρωση του χώρου.

Αναφέρουμε μερικούς από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Ελληνικής ζωγραφικής της κλασσικής περιόδου:

-Ο Πολύγνωτος του οποίου η συμβολή στην ανάπτυξη της κλασσικής ζωγραφικής ήταν καθοριστική. Καταγόταν από τη Θάσο και ο πατέρας του Αγλαοφών ήταν επίσης ζωγράφος. Ο Αριστοτέλης τον αποκαλεί «αγαθόν ηθογράφον».Ο Πολύγνωτος, μαζί με τον Μίκωνα, έκαναν τα σημαντικότερα βήματα στην παρουσίαση του διαστήματος και του χώρου. Η σημαντικότερη όμως προσφορά του Πολύγνωτου ήταν η αναλυτική χρήση των χρωμάτων με τα οποία δουλεύει η φύση ως επί το πλείστον στο υλικό της μέρος (και όχι στο ψευδαισθησιακό, όπως το χρώμα της θάλασσας και του ουρανού που ενώ είναι διάφανη στην πραγματικότητα, φαίνονται γαλάζια, μπλέ).

Τα καθαρά και έντονα χρώματα πχ κόκκινο, κίτρινο, μπλέ κλπ, υπάρχουν στο υλικό μέρος της φύσης σε αναλογία μικρότερη του 1/1000. Η ζωγραφική όφειλε να μιμείται τον χρωματικό τρόπο της φύσης. Πρόκειται για την περίφημη «Πολυγνώτεια τετραχρωμία». Τα χρώματα αυτά είναι: το άσπρο, το μαύρο, το κεραμμυδί (χοντροκόκκινο), η ώχρα και όλα τα παράγωγά τους (το γκρί, το καφέ, το πράσινο, το κίτρινο, το πορτοκαλί, το ροζ, κλπ.).

Η χρήση των «Πολυγνώτειων χρωμάτων» χαρακτηρίζει ολόκληρη την αρχαία Ελληνική ζωγραφική (Αρχαϊκή, κλπ) αιώνες πριν τον Πολύγνωτο. Η προσφορά του Πολύγνωτου έγκειται στην μεγαλύτερη ανάλυση των χρωμάτων αυτών, δηλαδή στην παραγωγή περισσότερων χρωματικών διαβαθμίσεων πάνω σε αυτή την χρωματική κλίμακα.

Τα χρώματα αυτά, αποδίδουν την αίσθηση της συνέχειας και της ενότητας της συμφωνίας και της συνοχής και γι’ αυτό αποτελούν την αναγωγή στο Εν, στην συμπαντική ενότητα(το Εν ταυτίζεται με τον Δία, τον Θεό, τον Νου, την Ειμαρμένη, αλλά και με πολλά άλλα ονόματα επονομάζεται αυτή η ανώτατη θεότητα του παντός όπως μας λέει ο Ζήνων ο Κιτιεύς).

Δίκαια λοιπόν έχει αποκληθεί και «τετραχρωμία της Αγάπης» (καθώς η Αγάπη είναι η αναγωγή προς την μία των πάντων αρχή, η ένωση με το πάν, με το Έν). Πολλοί Έλληνες μίλησαν γι’ αυτό. Παραθέτουμε εδώ ένα κείμενο του Ολυμπιόδωρου που αναφέρει το γεγονός ότι για το ίδιο θέμα μίλησαν οι Πυθαγόρειοι, ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτων. Να επισημάνουμε για την σωστή ανάγνωση του κειμένου, ότι η αρχαία Ελληνική λέξη «φιλία» σημαίνει πρώτιστα αγάπη και δευτερευόντως έχει την σημερινή έννοια της λέξεως, καθώς, φιλώ = αγαπώ(η λέξη φιλία είναι το ουσιαστικό του ρήματος φιλώ):  

«Η δε φιλία, ως οι σοφοί φασίν [ό εστιν οι Πυθαγόρειοι και ο Εμπεδοκλής φάσκων την φιλίαν ενούν τον Σφαίρον], ενοποιός εστιν. Η γάρ φιλία προς τη μιά των πάντων εστίν αρχή, ει δε γε εκεί ένωσις πανταχού και ουδαμού διάκρισις. …. γήν γάρ και ουρανόν και πάντα τον κόσμον η φιλία συνέχει ενοποιός ούσα». (Ολυμπιόδωρος, σχόλια στον Γοργία του Πλάτωνος)…η Αγάπη είναι η αναγωγή προς την μία των πάντων αρχή..

Ο Πλάτωνας επίσης, αναφέρει ότι αν ζωγραφίζοντας κανείς ένα πρόσωπο δεν χρησιμοποιήσει Πολυγνώτεια χρώματα, αλλά κάποια άλλα, θα χάσει την φυσική χροιά του ανθρώπινου προσώπου.

-Ο Αγάθαρχος ο οποίος ήταν ο σημαντικότερος σκηνογράφος του 5ου αιώνα. Είχε γράψει πραγματεία από την οποία άντλησαν στοιχεία ο Δημόκριτος και ο Αναξαγόρας και έγραψαν μελέτες για «τον τρόπο με τον οποίο τα επιπέδου επιφανείας ζωγραφιζόμενα αντικείμενα φαίνονται στην εικόνα είτε ως να προέχουν είτε ως να αφίστανται από το βάθος της».

-Ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος, ο Παράσιος από την Έφεσο και ο Ζεύξις από την Ηράκλεια της Μεγάλης Ελλάδας, οι οποίοι εισήγαγαν την τεχνική της φωτοσκίασης. Ο Πλούταρχος αναφέρει στα Ηθικά: «Και γαρ Απολλόδωρος ο ζωγράφος ανθρώπων πρώτος εξευρών φθοράν και απόχρωσιν σκιάς, Αθηναίος ην».

-Ο Εύπομπος, ο Πάμφιλος και ο Παυσίας οι οποίοι καθιέρωσαν την σχολή της Σικυώνος ως την σημαντικότερη σχολή ζωγραφικής του Ελληνικού κόσμου στην οποία φοίτησαν πολλοί από τους μετέπειτα σημαντικούς ζωγράφους, ερχόμενοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

-Ο Ευφράνωρ ο οποίος έγραψε βιβλίο περί συμμετρίας και χρωμάτων.

-Ο Νικίας, μαθητής του Αντιδότου και συνεργάτης του Πραξιτέλη, ο Απελλής από την Κολοφώνα της Ιωνίας και ο Πρωτογένης, οι οποίοι θεωρείται ότι έφθασαν την αρχαία Ελληνική ζωγραφική στο απόγειο της άνθησης και της τελειότητας.

-Η Ιαία, η οποία είχε αποκτήσει την φήμη ότι εκτός από την ποιότητα των έργων της, μπορούσε να τα εκτελεί με ταχύτητα. Έλεγαν ότι κανείς δεν είχε ταχύτερο χέρι. Οι αμοιβές των έργων της ξεπερνούσαν αυτές των συγχρόνων της.

-Σημαντικοί ζωγράφοι υπήρξαν και οι Ευφράνωρ, Πάναινος, Αγλαοφών, Τιμαρέτη, Κηφησόδωρος, Έριλλος, Ευήνωρ, Καλυψώ, Διονύσιος, Έφορος, Πάμφιλος, Αθηνίων, Αετίων, Νικόμαχος, Αρισταρέτη, Αντορίδης, Περσέας, Ηρακλείδης, Κτησίλοχος, Κρατίνος, Ολυμπιάς, Τιμαίνετος, Κτησικλής, Ειρήνη, Εύδωρος, Κτησίδημος, κ.α.

Αναφέρουμε μερικά από τα σημαντικότερα ζωγραφικά έργα της κλασσικής εποχής:

-«Ο Ζεύς καθήμενος επί θρόνου», «Ελένη του Κρότωνα», «Η Αλκμήνη», Ζεύξις.

-«Ο Μελέαγρος και η Αταλάντη», «Ο Ηρακλής στη Λίνδο», Παράσιος.

-«Ιλίου Πέρσις», «Νέκυια», «Ο Οδυσσέας με τη Ναυσικά», Πολύγνωτος.

-«Αμαζονομαχία», «Θησέας», «Αργοναύτες», Μίκων.

-«Ο νικητής σε γυμνικό αγώνα που κρατά κλάδο φοίνικα», Εύπομπος.

-«Μήδεια ενώ σκέπτεται τον φόνο των παιδιών της», Αριστόλαος.

-«Νέκυια», «Περσέας και Ανδρομέδα», «Νεμέα», «Υάκινθος», Νικίας.

-«Άρτεμις εν μέσω Νυμφών», «Αναδυόμενη Αφροδίτη», Απελλής.

-«Ιάλυσος», «Κυδίππη», «Τα ιερά πλοία των Αθηναίων», Πρωτογένης.

-«Το παιδί που φυσάει την φωτιά μπροστά στο τζάκι», Αντίφιλος.

Σημαντικές είναι επίσης οι σωζόμενες επιζωγραφισμένες επιτύμβιες στήλες της Δημητριάδος, καθώς επίσης τα ψηφιδωτά της Πάφου, και όλοι οι Μακεδονικοί τάφοι στους οποίους έχουν σωθεί μεγάλες ζωγραφισμένες επιφάνειες, όπως οι βασιλικοί τάφοι στην Βεργίνα (Η «Σκηνή βασιλικού κυνηγιού» του Φιλόξενου που σώζεται σήμερα στον τάφο του Φιλίππου), ο τάφος στον αγ. αθανάσιο Θεσσαλονίκης (με την ζωγραφισμένη Ιωνική ζωφόρο), και οι τάφοι στα Λευκάδια της Νάουσας (ο «τάφος των ανθεμίων» και άλλοι).

Κλείνοντας, να πούμε ότι οι αυξανόμενες γνώσεις μας για την αρχαία Ελληνική ζωγραφική ως αυτόνομης τέχνης αλλά και για την ζωγραφική των Ναών και γενικά των δημόσιων οικοδομημάτων αλλά και σε όλες τις άλλες εκδηλώσεις της (αγγειογραφία, κλπ), ολοκληρώνουν την αντίληψή μας για την πορεία του Ελληνικού πνεύματος μέσα στους αιώνες.

 

Μεγακλής 

 


 
     
 

© Εκκλησία των Ελλήνων στο θρήσκευμα